Πέντε το απόγευμα και οι νοικοκυρές μαχμουρλούδες ακόμα από τον μεσημεριανό τον ύπνο, βάζουν μπρος τα καμινέτα τους για να ψήσουν τον τούρκικο, όπως πολύ σωστά ξέρανε να ονομάζουν το αραβικό χαρμάνι. Άσπρα φλιντζανάκια, το πλεκτό παραμάσχαλα κι όξω απ' την πόρτα. Πάντα πιστές στο ραντεβού τους έπιαναν με τη σειρά το πόστο τους στο πεζούλι του μαχαλά και οι βελόνες τους έπαιρναν φωτιά. -Τι πλέκεις μαρή εσύ τώρα; -Ένα τραπεζομάντιλο για τη νύφη μου. -Εσύ Νίτσα ακόμα να τελειώσεις τη δαντέλα; -Δε με βοηθάνε τα μάτια μου καλέ και την ημέρα πού να αδειάσω με τις δουλειές; Πέντε στόματα έχω να ταΐσω μην κοιτάς εσύ που είστε δυο ψυχές μονάχα. Μια μπάλα εκσφενδονίζεται και σκάει δίπλα στον καφέ της ακριανής. -Βρε συ! Κουτουρντισμένο, τράβα πιο κει να παίξεις! -Αχ, άμα σε περιλάβω εσένα που μου βγήκες πάλι χωρίς ζακέτα. Κι έτσι χαλαρά κι όμορφα κυλούσαν τα απογεύματα στη γειτονιά που μεγάλωσα, κάτω από φορτωμένες κληματαριές κι ολάνθιστα γεράνια. Τελευταί...